ἀλλότριος


ἀλλότριος
ἀλλότριος, ά, ον принадлежащий другому, чужой

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀλλότριος" в других словарях:

  • ἀλλότριος — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλλότριος — ια, ιο (Α ἀλλότριος, ία, ιον) 1. αυτός που ανήκει σε άλλον, που είναι κτήμα άλλου (αντίθετα αρχ. ἴδιος, νεοελλ. (ι)δικός (μου) 2. (ο πληθυντικός ουδετέρου ως ουσιαστικό) τὰ ἀλλότρια (αρχ. και με κράση τἀλλότρια) αυτά που ανήκουν σε άλλους, η ξένη …   Dictionary of Greek

  • ἀλλοτριώτερον — ἀλλότριος of adverbial comp ἀλλότριος of masc acc comp sg ἀλλότριος of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτριωτάτων — ἀλλότριος of fem gen superl pl ἀλλότριος of masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτριώτατα — ἀλλότριος of adverbial superl ἀλλότριος of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτριώτατον — ἀλλότριος of masc acc superl sg ἀλλότριος of neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτρίων — ἀλλότριος of fem gen pl ἀλλότριος of masc/neut gen pl ἀ̱λλοτρίων , ἀλλοτριόω estrange from imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱λλοτρίων , ἀλλοτριόω estrange from imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀλλοτριόω estrange from imperf ind act 3rd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτρίως — ἀλλότριος of adverbial ἀλλότριος of masc acc pl (doric) ἀ̱λλοτρίως , ἀλλοτριόω estrange from imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀλλοτριόω estrange from imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλότριον — ἀλλότριος of masc acc sg ἀλλότριος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτριωτάτη — ἀλλότριος of fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλοτριωτάτην — ἀλλότριος of fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)